Translate

Monday, January 12, 2015

Is Faith Instilled Through Education? ( Saint Theophan the Recluse )


 

Where does faith come from? Saint Theophan the Recluse tells us
"Faith in the existence of God and His almightyness is an inherent property of the spirit which is found in each person as soon as his aptitudes are developed." Education only develops faith and gives it a form so it can be continually nurtured through worldly activities. This is quite different than the faith we gain in society. Society instills faith in its norms through education. All norms of society come from the human mind and are made firm though laws and accepted practices of a given society. All this needs to be learned because they are not naturally inherent in ones being. They are external and the mind needs to be conditioned to learn these norms that lead to faiths like patriotism, political freedom and democracy.


Faith in God is a bit different than any faith we have in society. We are made in God's image. We do not have to learn from any form of education the nature of this image. It is in our make-up. To know God requires a different kind of knowing than we use to know the ways of society. Faith in God cannot be learned by study. It can only be gained though an inner opening of our heart to the reality that exists there.


There are many ways we can come to a knowledge of God which lead us to faith. We can find God through our experiences with His creation, especially if we spend time in wilderness areas where man has had no influence. There, all we see is the work of God and we experience its incredible beauty which opens our heart to what is within. God can send us a vision like He did to Saint Paul on his journey to Damascus. Such visions of the uncreated light and voice of God are immediately transforming but rare. We can read the Gospel which then turns on a light in our heart and we find it explains what we feel deep inside. It opens our heart to what is already there. We can be moved by a spiritual guide or friend who gives us an insight that unlocks these inner secrets. Faith will come not by formal education but but through insight, an experience that lets us know the reality of what we have already inside us.


What does this say about Christian education? Can we learn faith at school by forced prayer or forced Bible study? Can we gain faith though new laws? What is the value of Sunday school where we try to force feed our children information about how we speak and practice our faith? Are these efforts all in vain?


No, not entirely, as these attempts at education may for some awaken what they already have within. But for others. these activities can instill a rationalization that will lead to a rejection of God if it is based on the assumption that you can explain God and faith through rational discourse. Sound Christian education has to be that which inspires one to seek what is within. It needs to place an emphasis on what cannot be explained our understood by our rational mind. It has to encourage one to live in the mystery and to seek what is beyond the knowledge of society.


This is the basis of prayer and the Orthodox worship service. Properly guided the attendance in the Divine Liturgy should be more important and a few minutes in a Sunday school class room. The class room can only help us explain and share what we have gained from our inner experience. It gives us a language to share what is not really sharable.


In concluding, here is a thought from Saint Theophan,

If everyone has faith, it follows that the norm of the human life undeniably includes faith. consequently, he who does not have faith departs from this norm, and is a moral freak. All nonbelievers are of this order.

Reference: The Spiritual LIfe, pp 301-303

Βίος Αγίου Μάρκου του Αθηναίου




Ήταν μια φορά στην παλιά την Αίγυπτο δύο Άγιοι Πατέρες και ασκητεύανε μέσα στην βαθιά την έρημο. Ο ένας λεγότανε Ιωάννης κι ο άλλος λεγότανε Σεραπίονας. Ησυχάζανε
σ' αυτό το μέρος ξεχασμένοι και λογαριάζανε πως κανένας άλλος ασκητής δεν είχε αποτραβηχτεί πιο μακρυά στην έρημο και δοξάζανε τον Θεό. Μια νύχτα πλαγιάσανε να
κοιμηθούνε και βλέπει ο Άγιος Σεραπίονας στον ύπνο του, πως σταθήκανε από πάνω του δύο γέροντες, σεβάσμιοι και του είπανε:
- Πόσα χρόνια ευρίσκεσαι σε τούτη την έρημο και δεν γνωρίζεις την πάρα μέσα έρημο, που είναι η πόρτα της Αιθιοπίας! Εκεί πέρα βρίσκεται το βουνό της Θράκης, και σε δαύτο
αγωνίζεται ο Άγιος Μάρκος, γέροντας, βαθύγερος, εκατόν τριάντα χρόνια. Κι έχει εννένηντα χρόνια να δη άνθρωπο. Και δεν υπάρχει άλλος ασκητής, που να 'φταξε στα μέτρα,
που έφταξε εκείνος ο Άγιος. Και σε σαράντα μέρες αναπαύεται.

Ο Αββάς Σεραπίονας ξεκινάει να βρει τον Άγιο Μάρκο
Ξημερώνοντας η μέρα ιστόρησε τ' όνειρό του ο Αββάς Σεραπίονας στον Αββά Ιωάννη. Κι εκείνος του αποκρίθηκε ότι είναι από τον Θεό. Τότε ο Αββάς Σεραπίονας ξεκίνησε τον
δρόμο του για να πάει να βρει τον Άγιο Μάρκο, μαζί του πήρε και λιγοστούς χουρμάδες και λίγο νερό σε ένα νεροκολόκυθο. Περπάτησε πάνω στην έρημο 20 μέρες, αλλά ο
Κύριος τον δρόσιζε και τον σκέπαζε από τον ήλιο.
Στις είκοσι μέρες σώθηκε το νερό, που είχε στο νεροκολόκυθο, κι' έπεσε σαν αποθαμένος. Όταν βλέπει πάλιν τους δύο γέροντας και σταθήκανε μπροστά του. Κι' ο ένας από
δαύτους τού έδωσε κάποια ρίζα από δένδρο κομίδι και του είπε:
- Πάρε τούτη τη ρίζα και πήγαινε με την δύναμη του Θεού. Ύστερα του δείξανε τον δρόμο και χαθήκανε. Και παρευθύς ξύπνησε και κίνησε κατά το μέρος, που του δείξανε.
Περπάτησε επτά μέρες σε κάποια ερημιά ακόμη πιο τρομερώτερη κι' έγλυφε την ρίζα, που βαστούσε στο χέρι του, για να ξεδιψάσει. Ώσπου έφτασε σε ένα βουνό πολύ υψηλό.
Κι έπιασε κι ανέβαινε άλλες επτά μέρες. Και στις επτά μέρες νυχτώθηκε μπροστά σε μια σπηλιά. Και πήγε μπροστά στο στόμα της σπηλιάς κι άκουσε τον Άγιο Μάρκο, να κάνει
την προσευχή του μέσα στη σπηλιά.

Ο Άγιος Μάρκος βγαίνει από το σπήλαιο
Κι αφού προσευχήθηκε, βγήκε στην πόρτα της σπηλιάς και φώναξε δακρυσμένος:
- «Αββά Σεραπίονα». Κι ο Άββάς Σεραπίονας τ' αποκρίθηκε φοβισμένος:
- «Ευλόγησέ με Γέροντα». Και ο Άγιος Μάρκος είπε:
- «Η ειρήνη του Χριστού να 'ναι πάνω σου. Έλα σίμωσέ με, τέκνον μου». Και ο Αββάς Σεραπίονας πήγε κοντά του κι' έκαμε μετάνοια. Και ο Μάρκος του λέγει:
- «Ο Κύριος να σου δώσει το μισθό σου, τέκνον μου, την ημέρα της Κρίσεως, επειδής έκαμες πολύ κόπο να 'ρθης σε τούτο το άγριο το μέρος, για μένα, τον καταφρονεμένο».
Και μπήκανε μέσα στην σπηλιά και καθήσανε μέσα στο σκοτάδι. Και λέγει πάλιν ο Άγιος Μάρκος:
—«Εννενηνταπέντε χρόνια έχω, που δεν είδα άνθρωπο. Και τώρα βλέπω τ' Άγιο το πρόσωπο σου».



Διήγησις του Αγίου Μάρκου
Και ο Αββάς Σεραπίονας τον ρώτησε:
—«Πες μου, Άγιε Γέροντα, πως ήλθες σε τούτο το σπήλαιον;». Και ο Άγιος του αποκρίθηκε:
«Εγώ τέκνον μου, γεννήθηκα στην Αθήνα, Έλληνας ειδωλολάτρης. Οι γονιοί μου με βάλανε να σπουδάζω, να γίνω φιλόσοφος, όπως γίνονται οι μάταιοι άνθρωποι της πατρίδας
μου. Μα ο Κύριος με ελέησε κι έγινα Χριστιανός, κι έβγαλα από πάνω μου τον παλιό τον άνθρωπο, όπως το φίδι βγάζει το δέρμα του. Κι αποθάνανε οι γονιοί μου. Κι είπα:
«Θνητός άνθρωπος είμαι κι εγώ σαν τους πατεράδες μου. Τι όφελος θα απολαύσω από τούτον τον μάταιο τον κόσμο;».
Σηκώθηκα κι απαράτησα τον κόσμο σ' εκείνους, που τον αγαπάνε κι εγώ ήρθα στην Αλεξάνδρεια. Κι από την Αλεξάνδρεια βγήκα στον άμμο και περπάτησα πολλές μέρες και
πολλές νύχτες, περπάτησα μερόνυχτα πολλά με πόθο να φτάσω σε μέρος, που δεν είναι άνθρωπος. Περπάτησα σ' ένα λάκκο, μα μεγάλο κι είδα δένδρα πετρωμένα, πλην
άνθρωπο δεν είδα, ως που έφτασα στα βουνά Ζαμπαράχ κοντά στην θάλασσα. Από κει περπάτησα σαράντα μέρες, οδηγούμενος από τον Θεό κι έφτασα πια σε τούτο το μέρος.
Και τα ποδάρια μου με φέραν ίσια σε τούτο το σπήλαιον, δίχως να τα κυβερνώ εγώ».

Ο Άγιος Μάρκος ιστορεί την ζωήν του
- «Ενενήντα πέντε χρόνια δεν είδα άνθρωπο, μήτε αγρίμι, μήτε πουλί, μήτε ψωμί έφαγα, μήτε ντύθηκα με ρούχο. Τριάντα χρόνια έζησα με πολλή στενοχώρια, με πείνα και με
δίψα και με παγίδες του διαβόλου. Έφαγα, τέκνον μου, χώμα από την πολλή μου πείνα, και από την πολλή μου δίψα ήπια νερό της θάλασσας. Είκοσι χρόνια ήμουνα γυμνός,
ως ο Αδάμ. Τα δαιμόνια με σέρνανε να με ρίξουνε στη θάλασσα και φωνάζανε: «Φεύγα από τον τόπο μας καλόγερε. Από την αρχή του κόσμου δεν ήλθε άνθρωπος σε τούτο το
μέρος και συ πως αποκότησες και ήρθες;». Κι εγώ καρτέρησα είκοσι χρόνια πεινασμένος και γυμνός. Και η ευσπλαχνία του Κυρίου έκανε κι αλλάξανε τα φυσικά του κορμιού και
φυτρώσανε τρίχες σε όλο το κορμί μου. Κι ένας άγγελος μου έφερνε να φάγω, κι έβλεπα τους αγγέλους να κατεβαίνουνε κοντά μου, και θωρούσα την Βασιλείαν των Ουρανών
και τα Μοναστήρια, που κάθονται οι ψυχές των Αγίων». Κι εκεί που μιλούσε ο Άγιος Μάρκος πέρασε η νύχτα και γλυκοχάραξε η μέρα. Κι ο Αββάς Σεραπίονας είδε τότε το κορμί
του Αγίου Μάρκου σκεπασμένο από τρίχες πυκνές, σαν ήτανε θηρίο, και τον έπιασε φόβος και τρόμαξε, γιατί δεν είχε όψη ανθρωπινή, και δεν ξεχώριζε πως ήτανε άνθρωπος,
πάρεξ μονάχα από την ομιλία που έβγαζε από το στόμα του. Κι ο Άγιος Μάρκος είπε:
- «Μη φοβάσαι τέκνον μου από την όψη ετούτου του κορμιού, γιατί είναι πρόσκαιρο». Κατόπιν ο Άγιος ερώτησε τον Αββά Σεραπιόνα τι γίνεται στον κόσμο εάν οι διωγμοί των
Χριστιανών έπαψαν και οι Έλληνες ήταν ακόμα ειδωλολάτρες.

Και βράδιασε ημέρα κι είπε ο Άγιος Μάρκος:
—«Τέκνον μου, Σεραπίονα, είναι καιρός να κάνουμε αγάπη». Και άπλωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε. Και μπήκανε στη σπηλιά και είδανε ένα τραπέζι κι' ένα ψωμί που
άχνιζε επάνω στο τραπέζι και δυο ψητά ψάρια και λάχανα τρυφερά κι ελιές και χουρμάδες κι έναν μαστραπά νερό και καθίσαν. Κι είπε ο Άγιος Μάρκος:
—«Ευλόγησον». Και παρευθείς φάνηκε ένα χέρι, κι ευλόγησε την τράπεζαν. Κι ο Άγιος Μάρκος είπε:
—«Ευλόγησον, Κύριε, την βρώσιν και την πόσιν πάντοτε και νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».
Και σαν αποφάγανε, έκανε την ευχαριστία ο Άγιος Μάρκος και παρευθύς η τράπεζα σηκώθηκε, όπως στρώθηκε. Κι είπε ο Άγιος Μάρκος στον Αββά Σεραπίονα:
- «Είδες, τέκνον μου, πόσο αγαπά ο Θεός τους δούλους Του;» και σώπασε... Μετά πολλή ώρα άνοιξε το στόμα του κι είπε:
- «Σήμερον, τέκνον μου, τελειώνει το μέτρον της ζωής μου, και έστειλεν ο Κύριος να κηδέψεις με τ' αγιασμένα χέρια σου το καταφρονεμένο κορμί μου». Και δεν είπε άλλον λόγο
όλη την ημέρα. Και προς το βράδυ λέγει στον Αββά Σεραπίονα:
- «Αδελφέ, συμπάθησέ με να κάνουμε αγρυπνία τούτη τη νύχτα».
Και ψάλλανε από το ψαλτήρι. Κι ο Άγιος Μάρκος, σα νάχε βιβλίο μπροστά του, δίχως να μάθει ποτές του γράμματα της Εκκλησίας. Κι έψαλε ο Άγιος Μάρκος λυπητερά και
ταπεινά. Και σαν αποτελειώσανε το ψαλτήρι, γύρισε ο Άγιος Μάρκος και είπε στον Αββά Σεραπίονα:
- «Αδελφέ Σεραπίονα, το σώμα μου κήδεψέ το μέσα σε τούτο το σπήλαιο. Κι άφησέ το μέσα, και φράξε το στόμα του με πέτρες. Κι ύστερα να φύγεις, να μην μείνεις σε τούτο το
μέρος».
Κι ο Αββάς Σεραπίονας άρχισε να κλαίει. Και ο Αββάς Μάρκος του είπε:
- «Μην κλαις, τέκνον μου, σήμερα που είναι η μέρα της χαράς μου. Ο Θεός, που σου έδειξε τον δρόμο, για να έλθεις, θα σου δείξει και το δρόμο για να γυρίσεις πίσω στην
κέλλα σου. Πλην δεν θα γυρίσεις από τον δρόμο, που ήρθες. Αδελφέ Σεραπίονα, τούτη ημέρα είναι η πιο μεγάλη απ' όλες τις μέρες τις ζωής μου. Σήμερα η ψυχή μου αφήνει
το παθιασμένο το κορμί μου και πηγαίνει να ξεκουραστεί από τους κόπους κι από την αμαρτία».



Ο Άγιος Μάρκος αποχαιρετά τον κόσμο
Κι εκεί που τα έλεγε αυτά τα λόγια, γέμιζε η σπηλιά από φως, πιο δυνατό από τον ήλιο και το βουνό γέμισε ευωδία. Κι ο Άγιος Μάρκος έπιασε από το χέρι τον Αββά Σεραπίονα,
κι άρχισε να αποχαιρετά τον κόσμο. Και σαν είπε τούτα, γονάτισε και σήκωσε τα χέρια του κι είπε:
- «Κύριε, Κύριε, προστάτεψε κι αποσκέπασε τον Κόσμον Σου, κρύψε από τα μάτια Σου τ' αμαρτωλά τα έργα του».
Ύστερα σηκώθηκε κι ασπάσθηκε τον Αββά Σεραπίονα κι είπε:
- «Έχε γεια κι εσύ, αδελφέ Σεραπίονα. Ο Χριστός να σου δώσει το μισθό σου, δια τους κόπους πού έκανες για μένα, την ημέρα της Παρουσίας Του.
Σ' εξορκίζω, τέκνον μου, στο Όνομα του Θεού, να μην πάρεις τίποτε από το κορμί μου, μήτε και μια τρίχα. Μην σιμώσεις στο κορμί μου ρούχο ή πανί, και ας είναι για σάβανο μου
οι τρίχες, που μ' έντυσε ο Κύριος».
Και σαν έπαψε να μιλά ακούσθηκε μια φωνή από τον Ουρανό κι έλεγε:
- «Φέρτε μου τον αγωνιστή της ερήμου, το στύλο της ερήμου, το στύλο της υπομονής, τον ευλογημένο και τον πιστό το δούλο μου. Μάρκε, Μάρκε έλα ν' αναπαυτής στην χώρα
της δικαιοσύνης». Κι ο Άγιος Μάρκος λέγει στον Αββά Σεραπίονα:
- «Αδελφέ μου, Σεραπίονα, ας γονατίσουμε», έλεγε σε κάποιον άλλον: «Άνοιξε την αγκαλιά σου».

Και σηκώθηκε επάνω ο Αββάς Σεραπίονας και γύρισε και είδε την ψυχήν του Αγίου Μάρκου ντυμένη μ' άσπρη στολή και την κρατούσανε οι Άγγελοι και την πηγαίνανε στον
Ουρανό. Κι άνοιξε η σκέπη τ' Ουρανού. Κι είδε τα εναέρια τελώνεια που ήθελαν ν' αρπάξουν την ψυχή του Αγίου Μάρκου. Κι ακούστηκε μια φωνή τρομερή που έλεγε:
- «Φύγετε πνεύματα του σκοταδιού μπροστά στο φως». Και γίνηκε ταραχή μεγάλη και μποδίστηκε η ψυχή του Αγίου Μάρκου ίσαμε μία ώρα. Κι ύστερα ακούστηκε μια φωνή κι
έλεγε:
- «Σηκώστε την ψυχή του δούλου Μου». Και τα δαιμόνια παραμερίσανε, κι είδε ο Αββάς Σεραπίονας ένα χέρι που άπλωσε από τον Ουρανό και πήρε την ψυχή του Αγίου
Μάρκου. Και δεν την ξαναείδε κι ήτανε τρίτη ώρα της νύχτας. Κι ο Αββάς Σεραπίονας προσευχόταν όλη την νύχτα, Και σαν ξημέρωσε έψαλλε τα νεκρώσιμα επάνω στο Άγιο
λείψανο. Και δεν το άγγιξε, μήτε το μετατόπισε, μήτε σίμωσε σε δαύτο ρούχο, τίποτε. Κι' ύστερα βγήκε έξω και πήρε πέτρες κι' έφραξε το στόμα της σπηλιάς και κατέβηκε από το
βουνό. Και παρακαλούσε από τον Θεό να τον στηρίξει να περάσει κείνη την φοβερή την έρημο. Και την ώρα που βασίλευε ο ήλιος, βλέπει μπροστά του δύο γέροντες, που τους
είχε ειδωμένους στο όνειρό του, και του είπανε:
- «Κήδεψες λείψανο, που δεν του αξίζει όλος ο κόσμος. Έλα μαζί μας και θα περπατήσουμε όλη τη νύχτα, για να μην χάσεις την δύναμη σου από την κάψα της ημέρας».
Και περπατήσανε και οι τρεις μαζί ίσα με το πρωί. Και το πρωί του είπανε:
- «Πήγαινε στην ευχή του Θεού». Και χαθήκανε από τα μάτια του κι' είδε πως στεκότανε μπροστά στην πόρτα της Εκκλησίας, στο κελί της μετανοίας του. Και θαύμασε και
θυμήθηκε τα λόγια, που είχε πει ο Άγιος Μάρκος, πως «δεν θα γυρίσεις στον τόπο σου από την ίδια στράτα που ήλθες». Κι ο Αββάς Ιωάννης άκουσε την φωνή του και βγήκε
από το κελί του και του είπε:
—«Καλώς όρισες Αββά Σεραπίονα». Και μπήκανε στην Εκκλησία και δοξάσανε τον Θεό.
Κι είπε ο Αββας Ιωάννης στον Αββά Σεραπίονα:
—«Αδελφέ, εκείνος ήτανε αληθινός Χριστιανός. Εμείς είμαστε με τ' όνομα μονάχα Χριστιανοί. Πλην με τα έργα δεν είμαστε καθόλου ολότελα. Δόξα στο Θεό που μας αξίώνει να
βλέπουμε τους Αγίους Του. Αμήν».





Στίχος
Δύς εξ Αθηνών, ώ Μάρκε Θεοφόρε, ως Άγγελος έζησας εν τη ερήμω.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε
Ὡς ἄγγελος ἔζησας, ἐν τῇ ἐρήμῳ σοφέ, καὶ ὤφθης ἀνάπλεως, τῶν ἐκ Θεοῦ δωρεῶν, ὦ Μᾶρκε Πατὴρ ἡμῶν· ὅθεν ἐν σοὶ ἐξέστη, Σεραπίων ὁ θεῖος,
καὶ ἤγγειλε τοῖς ἐν κόσμῳ, τὴν ἁγίαν ζωήν σου· μεθ’ οὗ ἀεὶ δυσώπει, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε
Ἐκ πόλεως ἤνθησας, τῶν Ἀθηνῶν τῆς λαμπρᾶς, καὶ βίον ἰσάγγελον, ἐπολιτεύσω ἐν γῇ, τρωθεὶς θείῳ ἔρωτι· ὅθεν ἐν τῇ ἐρήμῳ, ὁ ἀββᾶς Σεραπίων,
εὗρέ σε θείᾳ νεύσει, Ὁσιώτατε Μᾶρκε· διὸ τῆς πολιτείας σου, τὸν τρόπον ἀγάμεθα.

Κοντάκιον. Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον
Ἐν ἐρήμῳ Ὅσιε, στερρῶς ἀσκήσας, καὶ τραφεὶς ὡς ἄγγελος, ἀπ’ οὐρανοῦ ὑπερφυῶς, Ἀγγέλων ὤφθης ἰσότιμος, Μᾶρκε παμμάκαρ, Ὁσίων ἀγλάϊσμα.

Μεγαλυνάριον
Βλάστημα ὑπάρχων τῶν Ἀθηνῶν, ἄνθος τῆς ἐρήμου, διὰ βίου ἀγγελικοῦ, Μᾶρκε ἀνεδείχθης, καὶ κόσμῳ διαπνέεις, τῶν ἀρετῶν σου Πάτερ, ὀσμὴν τὴν κρείττονα.

Τὴν σπουδήν σου τῇ κλήσει κατάλληλον, ἐργασάμενη φερώνυμε, τὴν ὁμώνυμόν σου πίστιν, εἰς κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευὴ Ἀθληφόρε· ὅθεν προχέεις ἰάματα, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Τήν πάσαν ἐλπίδα μου, εἰς σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον μέ ὑπό τήν σκέπην σου.

http://xristianos.gr/forum/viewtopic.php?t=4169

Advice For Parents ( Saint Porphyrios )

What saves and makes for good children is the life of the parents in the home. The parents need to devote themselves to the love of God. They need to become saints in their relation to their children through their mildness, patience and love. They need to make a new start every day, with a fresh outlook, renewed enthusiasm and love for their children. And the joy that will come to them, the holiness that will visit them, will shower grace on their children. Generally the parents are to blame for the bad behaviour of the children. And their behaviour is not improved by reprimands, disciplining, or strictness. If the parents do not pursue a life of holiness and if they don't engage in spiritual struggle, they make great mistakes and transmit the faults they have within them. If the par­ents do not live a holy life and do not display love towards each other, the devil torments the parents with the reactions of the children. Love, har­mony and understanding between the parents are what are required for the children. This provides a great sense of security and certainty.


The behaviour of the children is directly related to the state of the parents. When the children are hurt by the bad behaviour of the parents towards each other, they lose the strength and desire to progress in their lives. Their lives are constructed shoddily and the edifice of their soul is in constant danger of collapsing. Let me give you two examples.


Two sisters came to see me. One of them had gone through some very distressing experiences and they asked me what was the cause of these. I answered them:
'It's because of your home; it stems from your parents.' And as I looked at the girl I said:


'These are things you've inherited from your mother.'


'But,' she said,' my parents are such perfect people. They're Chris­tians, they go to confession, they receive Holy Communion and we had a re­ligious upbringing. Unless it is religion that is to blame...'


I said to them:


'I don't believe a word of all that you're telling me. I see one tiling only, and that is that your parents don't live with the joy of Christ.'


On hearing this, the other girl said:


'Listen, Maria, the Father's quite right. Our parents go to confession and receive Holy Communion, but did we ever have any peace at home. Our father was constantly complaining about our mother. And every day either the one refused to sit at the table or the other refused to go out somewhere together. So you see what the Father is saying is true.


'What's your father's name?' I asked her,


She told me.

'What's your mother's name?'


She told me.


'Well,' I said,' the feelings you've got inside you towards your moth­er are not at all good.'


You see, the moment she told me her father's name I saw his soul, and the moment she told me her mother's name, I saw her mother and I saw the way her daughter looked at her.


Another day a mother came to visit me with one of her daughters. She was very distressed and broke down in tears.


'What's the matter?' I asked.


'I'm in total despair over my older daughter. She threw her husband out the house and deceived us all with a pack of lies.'


'What kind of lies?' I inquired.


'She threw her husband out the house ages ago and she didn't tell us anything. We would ask on the phone, "How's Stelios doing?', and she would reply, "Oh, he's fine. He's just gone out to buy a newspaper." Each time she would think up some new excuse so that we wouldn't suspect anything. And this went on for two whole years. A few days ago we learned the truth from Stelios himself when we bumped into him by chance.'


So I said to her:


'The fault's your own. It's you that's to blame, you and your husband, but you most of all.'


'What do you mean!' she said indignantly. 'I loved my children to the point that I was never out of the kitchen. I had no life of my own at all. I took them to the church and I was always telling them the right thing to do. How can you say that I'm to blame?'


I turned to her other daughter who was with her and asked:


'What do you think about the matter?'


'The Father's right, Mum,' she said. 'We never ever enjoyed a single day when you weren't quarrelling with Dad.'


'Do you see then, how I'm right? It is you that are to blame. You traumatised the children. They are not to blame, but they are suffering the consequences.'


Wounded by Love: The Life and the Wisdom of Elder Porphyrios, trans. by John Raffan (Limni, Evia, Greece: Denise Harvey, 2005), 195-205.

Οικογενειακές στενοχώριες και αγιασμός ( Αγιος Πορφύριος )



 Για να διορθώσει σ' έναν αδελφό τα πολλά ελαττώματα του, όπως καί σέ όλους μας, έπαιρνε ό Γέροντας παραδείγματα άπό τή φύση και τή ζωή του και τοϋ έλεγε:
«Να ξέρεις, παιδί μου, τίποτα δεν έγινε εκεί και ώς έτυχε. Όλα έχουν τό σκοπό τους. Και τίποτα δέν γίνεται χωρίς νά υπάρχει αίτία. Ούτε μια πευκοβελόνα δέν πέφτει άπό τό πεύκο αν δέ θέλει ό Θεός.
Γι' αυτό θά πρέπει νά μή στενοχωριέσαι γιά ό,τι σού γίνεται. Έτσι αγιαζόμαστε.
Νά! εσύ στενοχωριέσαι μέ τά πρόσωπα τού σπιτιού σου και βασανίζεσαι πότε μέ τή γυναίκα σου καί πότε μέ τά παιδιά σου.
Αυτά είναι όμως πού σέ κάνουν καί ανεβαίνεις πνευματικά ψηλά.
"Αν δέν ήσαν αυτοί, έσύ δέν θά προχωρούσες καθόλου. Σού τους έχει δώσει ό Θεός γιά σένα. Μά θά μού πείς -συνέχισε ό Γέροντας- είναι καλό νά υποφέρουμε άπό τους αγαπημένους μας;
Έ! έτσι τό θέλει ό Θεός.
Καί έσύ είσαι ευαίσθητος πολύ καί άπό τή στενοχώρια σου, σού πονάει τό στομάχι σου καί ή κοιλιά σου εκεί χαμηλά. "Ετσι δέν είναι;»
Ναί, μά είναι κακό Παππούλη, τον ρωτάει ό αδελφός, νά είναι κανείς ευαίσθητος;
«Ναί, τού απαντάει ό Γέροντας, είναι κακό νά είναι κανείς πολύ ευαίσθητος σαν εσένα, γιατί με τη στενοχώρια δημιουργείς διάφορες σωματικές αρρώστιες. Δέν ξέρεις ακόμα ότι καί όλες οί ψυχικές αρρώστιες είναι δαιμόνια;»
Όχι, τοΰ λέει ό αδελφός.
«Έ! μάθε το τώρα άπό μένα» κατέληξε ό Γέροντας.